Οι θέσεις και παρατηρήσεις του ΤΕΕ Πελοποννήσου επί του ειδικού χωροταξικού σχεδίου για τον τουρισμό.


Η ενεργοποίηση του χωροταξικού σχεδιασμού στην χώρα μας δεν μπορεί παρά να μας βρει κατ’ αρχή σύμφωνους καθόσον ανταποκρίνεται στα πάγια αιτήματα του ΤΕΕ.

Ο τρόπος όμως με τον οποίο γίνεται αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους κατ’ αρχάς γιατί το ΤΕΕ που είναι ο θεσμοθετημένος τεχνικός σύμβουλος της πολιτείας, δεν έχει κληθεί και δεν έχει πάρει μέρος σε κανένα στάδιο της διαδικασίας κατάρτισης των ειδικών πλαισίων. Η παράλειψη αυτή λαμβανομένου υπόψη ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός είναι άσκηση πολιτικής σε επίπεδο στρατηγικής για τον τόπο και την αναπτυξιακή πορεία του, θα έχει συνέπειες μεγάλες που σε καμιά περίπτωση δεν αίρονται με την συμμετοχή μας στην παρούσα δημόσια διαβούλευση για τα σχέδια αυτά. Το συγκεκριμένο χωροταξικό πλαίσιο για τον τουρισμό είναι μέρος από ένα σύνολο χωροταξικών πλαισίων που πρέπει να είναι συντονισμένα και μεταξύ τους και με το Γενικό Χωροταξικό Σχέδιο (που δεν έχει ακόμα καταρτισθεί).

Η Δ.Ε. του περιφερειακού τμήματος ΤΕΕ Πελοποννήσου αμέσως μόλις ανακοινώθηκε το χωροταξικό πλαίσιο για τον τουρισμό ενεργοποίησε μια εσωτερική διαδικασία αξιολόγησης του πλαισίου σε σχέση με τις πάγιες θέσεις του ΤΕΕ και τις ανάγκες και δυνατότητες της κοινωνίας της περιφέρειας μας. Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας και μετά την επεξεργασία των παρατηρήσεων και προτάσεων των Νομαρχιακών Επιτροπών καταλήξαμε σε αυτήν την πρώτη εκτίμηση του ειδικού χωροταξικού πλαισίου για τον τουρισμό :

Α. Γενικά θέματα.

Το πλαίσιο σχεδιασμού αναφερόμενο στο σύνολο του εθνικού χώρου και θέτοντας διάφορα κριτήρια, τον κατατάσσει ανάλογα με την ένταση της δραστηριότητας σε ανεπτυγμένες (πρώην κορεσμένες), αναπτυσσόμενες κ.α. περιοχές, ανάλογα με τις μορφές του τουρισμού.

Επίσης ανάλογα με την γεωμορφολογία ορίζει την κατηγορία «νησιά και παράκτιες περιοχές» μέχρι βάθους 5000μ. και μέχρι του υψομέτρου των 200 μ. Αυτό κατά την γνώμη μας, είναι υπερβολικό, διότι θεωρώντας και χαρακτηρίζοντας με αυτόν τον τρόπο τις παράκτιες περιοχές, θα ασκηθούν πιέσεις για πολεοδόμηση στα παράκτια δάση και στα χαμηλά δάση, τα οποία όπως ξέρουμε ήδη έχουν καταστραφεί ή υποφέρουν από τέτοιες πιέσεις γνωρίζοντας ότι η χώρα μας διαθέτει την μεγαλύτερη ακτογραμμή στη Μεσόγειο με ακτές που εκτείνονται σε μήκος πάνω από 15000 χλμ.

Επίσης θεωρούμε ότι δεν είναι πρακτικά ορθό να τοποθετούνται στην ίδια κατηγορία τα νησιά με τις παράκτιες περιοχές της ηπειρωτικής χώρας και να ισχύουν οι ίδιες παράμετροι και ως προς το βάθος και ως προς το υψόμετρο τη στιγμή που πολλά από τα νησιά από το μέγεθος τους και μόνο καθίστανται στο σύνολο τους παράκτιες περιοχές.

Αν και η αειφόρος και ισόρροπη ανάπτυξη της τουριστικής δραστηριότητας στον χώρο αναφέρονται ως βασικοί στόχοι του Σχεδίου, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις φαίνεται να αποκλίνουν στις ειδικές δράσεις. Ειδικότερα, θα μπορούσε να λαμβάνεται ουσιαστικότερη μέριμνα για την προστασία του περιβάλλοντος και κυρίως του παράκτιου χώρου που ως «ευπαθές οικοσύστημα» οφείλει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη προσοχή και πάντως στη βάση της ειδικής μελέτης σε τοπικό επίπεδο. Σε κάθε περίπτωση η απόσταση των 50 έως 100 μέτρων από τον αιγιαλό που ορίζεται ως ελάχιστη για την τοποθέτηση των κτιρίων θα μπορούσε να αποδειχθεί ανεπαρκής, ειδικά σε περιπτώσεις όπου η θάλασσα διαβρώνει την ακτή και εισχωρεί στην ξηρά. Το φαινόμενο αυτό με τις πρόσφατες κλιματολογικές αλλαγές τείνει να αποκτήσει χαρακτήρα γενικευμένου προβλήματος που σε άλλες χώρες της Μεσογείου (π.χ. Γαλλία) αντιμετωπίζεται με την θεσμοθέτηση ευρύτερων ζωνών προστασίας.

Ομοίως, πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα η όποια προσπάθεια «αύξησης της χωρητικότητας» στις ανεπτυγμένες τουριστικά περιοχές πού οφείλει υποχρεωτικά να βασίζεται σε επιστημονικά τεκμηριωμένες μελέτες προσδιορισμού της «φέρουσας ικανότητας» των οικοσυστημάτων της κάθε περιοχής. Διαφορετικά, ως γενική επιδίωξη θα οδηγήσει στην εξάντληση και τον κορεσμό των ήδη ανεπτυγμένων περιοχών με αποτέλεσμα την γενικότερη υποβάθμιση (περιβαλλοντική, οικιστική, κοινωνική) και τον οικονομικό μαρασμό τους.

Σε επίπεδο σχεδιασμού θα περίμενε κανείς από ένα θεσμικό εργαλείο χωροταξίας σαν αυτό που εξετάζεται να προβαίνει σε ουσιαστικές αλλαγές στο μοντέλο ανάπτυξης της τουριστικής δραστηριότητας σε λειτουργικό και χωρικό επίπεδο, δεδομένων των προβλημάτων που έχουν προκύψει από την μέχρι σήμερα άναρχη τουριστική ανάπτυξη στη χώρα. Ωστόσο κάτι τέτοιο δεν φαίνεται κατ’ αρχήν να προωθείται από τις ρυθμίσεις που υιοθετούνται στο Σχέδιο της ΚΥΑ. Αντίθετα υπάρχουν ενδείξεις στην υπό εξέταση ΚΥΑ ότι η υφιστάμενη κατάσταση τείνει να αποκτήσει θεσμική κατοχύρωση ενώ παράλληλα προωθούνται μορφές τουρισμού των οποίων η συνεισφορά στην τοπική και εθνική οικονομία έχει τεθεί υπό αμφισβήτηση σε άλλες περιπτώσεις και ειδικά, αν συνυπολογιστεί το περιβαλλοντικό κόστος.

Πιο συγκεκριμένα, ο καθορισμός περιοχών τουριστικά αναπτυσσόμενων «με δυνατότητες ανάπτυξης μαζικού τουρισμού» αφήνει να εννοηθεί ότι ο μαζικός τουρισμός είναι μια επιθυμητή μορφή ανάπτυξης, τουλάχιστον για τις περιοχές που έχουν τις δυνατότητες. Ωστόσο στο προοίμιο και στο δεύτερο άρθρο προτάσσονται ως στόχοι η αναβάθμιση και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του Ελληνικού Τουρισμού, πράγμα που κατά την άποψή μας δεν συνάδει στην πλειονότητα της χώρας με τον μαζικό τουρισμό. Υπάρχουν βέβαια περιοχές πού δύναται να αναπτυχθεί, αλλά σε έκταση πολύ μικρότερη. Με δεδομένο το υψηλό κοινωνικό βιοτικό και οικονομικό επίπεδο της χώρας αλλά και τα ιδιαίτερα περιβαλλοντικά και πολιτιστικά αγαθά που προσφέρει στον επισκέπτη, κρίνεται σκόπιμη η επιδίωξη της διαφοροποίησης του προσφερόμενου τουριστικού προϊόντος, με στόχο την αποτελεσματική αντιμετώπιση του ανταγωνισμού από γειτονικές χώρες με χαμηλότερες τιμές λόγω χαμηλών ημερομισθίων που έχουν ανεπτυγμένο το μοντέλο του μαζικού τουρισμού. Παράλληλα είναι κοινά αποδεκτό ότι ο μαζικός τουρισμός είναι η λιγότερο φιλική με το περιβάλλον μορφή και για τον λόγο αυτό θα πρέπει να είναι προσεκτική η διάχυσή του.

Όσον αφορά στο συνολικό χωρικό μοντέλο ανάπτυξης του τουρισμού στη χώρα, έτσι όπως αυτό φαίνεται από τις προβλεπόμενες ρυθμίσεις ανά κατηγορία περιοχής, φαίνεται να υιοθετεί τις μέχρι σήμερα επιλογές και να τις προωθεί στο μέλλον. Έτσι, οι μεγάλες επενδύσεις κατευθύνονται προς τις ήδη ανεπτυγμένες περιοχές ενώ οι αναπτυσσόμενες θα παραμείνουν διέξοδος των μικρών και μεσαίων ιδιοκτητών. Συγκεκριμένα το Σχέδιο προβλέπει με την ίδια πάντοτε πυκνότητα (6 κλίνες /στρ.) που είναι άγνωστο το πώς έχει προκύψει, διαφορετικές αρτιότητες που είναι μεγαλύτερες ανάλογα με την κατηγορία της περιοχής ως προς τον βαθμό ανάπτυξης. Είναι αναμενόμενο ότι όπως γίνεται και σήμερα οι δυναμικές επενδύσεις θα κατευθύνονται στις ήδη ανεπτυγμένες περιοχές με αποτέλεσμα την αύξηση των διαπεριφερειακών ανισοτήτων.

Αυτό που έχει γίνει σαφές με βάση τις προτεινόμενες διατάξεις της υπόψη ΚΥΑ είναι ότι βασικός στόχος και επιδίωξη είναι η αντιμετώπιση της ζήτησης για παραθεριστική κατοικία σε διεθνές επίπεδο, που προβλέπεται από το άρθρο 10 με την εισαγωγή στην νομοθεσία « νέων μορφών διαχείρισης τουριστικών καταλυμάτων που θα περιλαμβάνουν τη δυνατότητα αγοράς από τρίτους, για χρήση και εκμετάλλευση, τμημάτων τουριστικού συγκροτήματος υπό τη μορφή ανεξάρτητων διαμερισμάτων ή κατοικιών, με την υποχρέωση να το παραχωρούν, στο φορέα της τουριστικής επιχείρησης, ελεύθερο για χρήση ως τμήμα του ξενοδοχείου, ένα μήνα τουλάχιστον του χρόνου βάσει ιδιωτικών συμφωνιών » και αυτό σε ποσοστό 70%..

Διαβάζοντας και αναλύοντας το πλαίσιο, μας διαμορφώνεται η αντίληψη ότι το μέγιστο μέρος του, (ως προς το μέγεθος των εγκαταστάσεων πού προσδοκάται να αναπτυχθούν), αφορά αυτής της μορφής τουριστικές εγκαταστάσεις και αυτό γιατί:

•  δεν επιτρέπεται απλώς η χωροθέτηση τους αλλά προωθείται και ενισχύεται και από τον αναπτυξιακό νόμο σε όλες σχεδόν της περιοχές στο σύνολο του Εθνικού χώρου με εξαίρεση τον ορεινό όγκο, τα μικρά ακατοίκητα νησιά και βραχονησίδες, που και εδώ ακόμη βάζει πέντε τέτοια νησιά σε πιλοτική εφαρμογή.

•  οι προϋποθέσεις που βάζει, να συμβάλλουν δηλαδή στην αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος, να ενισχύουν την οικονομική και παραγωγική βάση της περιοχής και να έχουν βιωσιμότητα είναι κριτήρια ασαφή και τόσο ευέλικτα που προσαρμόζονται σε όλες τις επενδύσεις.

•  επιτρέπει την χωροθέτηση τους σε Αγροτική Γη Υψηλής Παραγωγικότητας.

•  επιτρέπει την χωροθέτηση τους ακόμη και σε περιοχές NATURA με τον όρο να μη ξεπερνά η κάλυψη το ποσοστό του 2% .

5. και τέλος οι παραπάνω οργανωμένες δραστηριότητες δεν χωροθετούνται αποκλειστικά και μόνο μέσα σε ζώνες οργανωμένης πολεοδόμησης (ΠΕΡΠΟ, ΠΟΑΠΔ, ΠΟΤΑ, κ.λ.π) αλλά και γενικά στις εκτός σχεδίου περιοχές δηλαδή στην εκτός σχεδίου δόμηση.

Εξ άλλου με πιο απλά λόγια, με την νέα αυτή ρύθμιση, προβλέπεται η θέσπιση δυνατότητας δημιουργίας τεράστιων ξενοδοχείων (που υπάρχει και σήμερα) τα οποία θα μπορούν να μην είναι αμιγή ξενοδοχεία αλλά συγκροτήματα πολυτελών κατοικιών κατά 70 % (που δεν υπάρχει σήμερα). Η ειδοποιός διαφορά -(και συνεπώς ο λόγος για τον οποίο η ρύθμιση κρίνεται υπερβολική για τά δικά μας δεδομένα)- ανάμεσα στο ξενοδοχείο και το συγκρότημα κατοικιών είναι ότι το ξενοδοχείο είναι αναπτυξιακή επένδυση γιατί σημαίνει θέσεις εργασίας και βιωσιμότητα επιχείρησης άρρηκτα δεμένη με την διατήρηση των σταθερών του φυσικού περιβάλλοντος ενώ το συγκρότημα κατοικιών δεν είναι αναπτυξιακή επένδυση. Η ρύθμιση αυτή θα οδηγήσει σε πυκνή δόμηση των πιο εκλεκτών κομματιών της υπαίθρου με έμφαση στα παραθαλάσσια. Η θέσπιση της αρτιότητας των 150 στρεμμάτων για αυτές τις μορφές περιορίζει σημαντικά τον κύκλο των υποψηφίων επενδυτών ενώ αφήνει έξω από αυτόν τους μικρούς και μεσαίους επενδυτές και κατ’ επέκταση την τοπική κοινωνία. Η διαπίστωση αυτή έχει μια άλλη διατύπωση: Η ρύθμιση δεν δημιουργεί κλίμα αειφόρου ανάπτυξης και δεν διασφαλίζει ίσες ευκαιρίες στους πολίτες της τοπικής κοινωνίας, αρχές που για τον νόμο 2742/1999 σε σχέση με τα ειδικά χωροταξικά πλαίσια είναι εκ των ων ουκ άνευ . Εξ άλλου οι επενδύσεις αυτού του τύπου έχουν πραγματοποιηθεί σε άλλες χώρες (Ισπανία) και οδήγησαν σε «εφ’ άπαξ» κέρδη των επενδυτών με πρόσκαιρη απασχόληση των παραγωγών των έργων και σε μακροπρόθεσμη βλάβη του περιβάλλοντος μιας και εξαντλήθηκαν οι φυσικοί πόροι αφενός και αντικαταστάθηκε η ελίτ του φυσικού περιβάλλοντος με «σύγχρονο» ανθρωπογενές και αστικό που σήμερα λίγα χρόνια μετά κατεδαφίζεται. Ένα άλλο πρίσμα όρασης της ρύθμισης αυτής είναι ο συντελεστής δόμησης. Σήμερα σε μια ενιαία έκταση επιφανείας 150 στρεμμάτων η οποία δεν πληροί τις προϋποθέσεις να κατατμηθεί – δεν έχει π.χ. ικανό πρόσωπο σε δημόσια οδό η οποία διανοίχθηκε είτε με αναγκαστική απαλλοτρίωση είτε πριν από το 1923 (απόδειξη διάνοιξης προ 23 με συμβόλαια) – είναι δυνατό να οικοδομηθούν ένα ή περισσότερα κτίρια με χρήση κατοικίας με συνολική επιφάνεια ορόφων τετρακόσια (400) τετραγωνικά μέτρα. Με την νέα ρύθμιση θα είναι δυνατή η ανέγερση περίπου δεκατεσσάρων χιλιάδων (14.000,00) τετραγωνικών μέτρων κατοικιών προς πώληση σε ιδιώτες. Με άλλα λόγια για γήπεδα επιφανείας 150 στρεμμάτων η αύξηση του συντελεστή δόμησης σε κάποιες περιπτώσεις θα είναι μέχρι και 3500% !!!

Ενώ στην χώρα μας υπάρχει ήδη μια μεγάλη εμπειρία από τις επιπτώσεις της άναρχης τουριστικής ανάπτυξης, στο κοινωνικό, περιβαλλοντικό και οικονομικό επίπεδο το προτεινόμενο πλαίσιο δεν αντιμετωπίζει αυτή την παράμετρο. Περιέχει αντίφαση, κατά την εκτίμησή μας η προτεινόμενη «Ανάληψη δράσεων αύξησης της χωρητικότητας» και η κατασκευή νέων υποδομών φιλοξενίας στις ήδη αναπτυγμένες τουριστικά περιοχές. Ταυτόχρονα, το πρότυπο που προωθείται στις αναπτυσσόμενες τουριστικά περιοχές, μέσω της ανάπτυξης του μαζικού τουρισμού, θα οδηγήσει σε όλες αυτές τις προβληματικές καταστάσεις, που η ίδια η προωθούμενη ΚΥΑ εντοπίζει, στις ήδη αναπτυγμένες τουριστικά περιοχές της χώρας. Θεωρούμε ότι τα προτεινόμενα μέτρα δεν αντιμετωπίζουν κατ’ αρχήν στο σύνολό τους τα ζητήματα, που αναπόφευκτα προκύπτουν με την σύγκρουση των χρήσεων γης. Η μονομερής ανάπτυξη περιοχών προς το τουριστικό προϊόν, εγκυμονεί πολύ σοβαρούς κινδύνους σε ενδεχόμενες περιπτώσεις όπου θα εμφανιστούν περίοδοι ύφεσης στην τουριστική αγορά.

Όσον αφορά στα γήπεδα GOLF , οι διατάξεις που ρυθμίζουν την κατασκευή και λειτουργία τους θα έπρεπε να είναι πολύ αυστηρότερες ως προς την διαχείριση του νερού και αποτρεπτικές για την εκμετάλλευση υπόγειων υδάτων, δεδομένου ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα υδροβόρα δραστηριότητα που ενδέχεται να επιβαρύνει υπέρμετρα τα άνυδρα Ελληνικά οικοσυστήματα.

Β. Ειδικά θέματα.

Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από την υπ’ όψη ΚΥΑ, στην περιοχή της Περιφέρειας Πελοποννήσου:

•  Παράκτια τμήματα του Νομού Αργολίδας και του νομού Μεσσηνίας, χαρακτηρίζονται σαν περιοχές Αναπτυγμένες τουριστικά (Α).

•  Οι παράκτιες περιοχές των νομών Μεσσηνίας & Αργολίδας χαρακτηρίζονται ως Περιοχές αναπτυσσόμενες τουριστικά με περιθώρια ανάπτυξης μαζικού τουρισμού (Β1)

•  Το σύνολο σχεδόν των περιοχών των νομών Λακωνίας & Αρκαδίας και μεγάλο μέρος του Νομού Κορινθίας χαρακτηρίζονται σαν Περιοχές Αναπτυσσόμενες τουριστικά με περιθώρια ανάπτυξης εναλλακτικών μορφών τουρισμού (Β2).

•  Η Καλαμάτα & το Ναύπλιο (μόνο) χαρακτηρίζονται σαν Κέντρα Αστικού Τουρισμού.

•  Η Καλαμάτα (μόνο) χαρακτηρίζεται σαν κέντρο θαλάσσιου τουρισμού (με εμβέλεια τους νομούς Λακωνίας & Μεσσηνίας).

•  Ως πύλη εισόδου – εξόδου στην περιοχή της Νότιας Πελοποννήσου, ορίζεται η Καλαμάτα, όπου προτείνεται και η χωροθέτηση αεροδρομίου.

•  Στην περιοχή της Πύλου προτείνεται η χωροθέτηση κέντρου καταδυτικού τουρισμού καθώς και χωροθέτηση γηπέδου Golf .

Όσον αφορά τους χαρακτηρισμούς αυτούς έχουμε να παρατηρήσουμε κατ’ αρχήν, με την επιφύλαξη των γενικών μας θέσεων τα εξής:

Η κατηγοριοποίηση που αφορά τους Νομούς Μεσσηνίας & Αργολίδας μας βρίσκει σύμφωνους.

Στον νομό Λακωνίας έχει δοθεί μόνο η διέξοδος της ανάπτυξης εναλλακτικών μορφών τουρισμού, ενώ εκτιμάται ότι στις παρυφές των αξιόλογων κέντρων της Μονεμβασίας και του συμπλέγματος των παραδοσιακών οικισμών της Μάνης θα μπορούσαν να αναπτυχθούν και περιοχές μαζικού τουρισμού.

Όσον αφορά τα κέντρα αστικού τουρισμού εκτιμάται ότι θα πρέπει να χαρακτηριστούν ως τέτοια όλες οι πρωτεύουσες των νομών δεδομένου ότι η Σπάρτη έχει πλησίον της τον Αρχαιολογικό χώρο του Μυστρά και την ενδοχώρα των ορεινών όγκων του Ταΰγετου και του Πάρνωνα, η Τρίπολη την ενδοχώρα του ορεινού όγκου του Μαινάλου, αλλά είναι και το Διοικητικό Κέντρο της Περιφέρειας.

Όσον αφορά τον προσδιορισμό ως πύλης εισόδου – εξόδου της Καλαμάτας, θα πρέπει να τονιστεί ότι για λειτουργήσει ως περιφερειακό κέντρο θα πρέπει να διασυνδεθεί άμεσα με σωστό & ασφαλές οδικό δίκτυο με τις όμορες περιοχές (Λακωνίας & Αρκαδίας). Ο Νομός Αργολίδας & Κορινθίας στην πράξη εξυπηρετείται από την Αθήνα αλλά και από τον αναβαθμιζόμενο εθνικό δρόμο Κορίνθου – Καλαμάτας.

Εξ άλλου σε μια προσπάθεια να αμβλυνθούν όσο γίνεται οι επιπτώσεις σε περίπτωση εφαρμογής του προτείνουμε τα εξής:

•  ο παράκτιος χώρος να ορίζεται μέχρι βάθους 2 χλμ. και κυρίως μέχρι του υψομέτρου των 100 μ.

•  οι ολοκληρωμένες μορφές τουριστικής ανάπτυξης του άρθρου 9 να χωροθετούνται μόνο μετά από υπόδειξη του υποκείμενου σχεδιασμού (ΓΠΣ ΣΧΟΟΑΠ ) – γιατί είναι ο μόνος σχεδιασμός που μπορεί να έχει ακριβή άποψη για την αντοχή των πόρων – και μόνον σε οργανωμένους υποδοχείς τουριστικής ανάπτυξης (ΠΕΡΠΟ, ΠΟΑΠΔ, ΠΟΤΑ κ.λ.π)

•  Να απαγορεύεται η χωροθέτηση τους σε Αγροτική Γη Υψηλής Παραγωγικότητας που πρέπει επιτέλους οι αντίστοιχες υπηρεσίες της νομαρχίας να την οριοθετήσουν επακριβώς και επί χάρτου για να γνωρίζουμε τι έχουμε να προστατεύσουμε.

•  Να απαγορεύεται η χωροθέτηση τους σε περιοχές NATURA 2000

Τελειώνοντας και για να μην μείνει αυτή η παρέμβαση ελλιπής θέλουμε να προσθέσουμε ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός στην πραγματικότητα είναι χάραξη πολιτικής η οποία περιλαμβάνει πρώτον τον καθορισμό του στόχου και δεύτερο δημιουργεί ευνοϊκό περιβάλλον και εξασφαλίζει τις προϋποθέσεις για την επίτευξη του. Ως πολιτική συνεπώς δεν μπορεί να κρίνεται με τους όρους σωστή ή λάθος αλλά με τις προϋποθέσεις και τους όρους εάν συμβάλλει ή δεν συμβάλλει στην ανάπτυξη.

Θα πρέπει να τονίσουμε με έμφαση, ότι κύριο μέλημά μας όσον αφορά την Περιφέρεια μας και όχι μόνο, είναι η προστασία και ανάδειξη του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής και θρησκευτικής κληρονομιάς, η ανάπτυξη με ανάδειξη της τοπικής ταυτότητας και των τοπικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων της κάθε περιοχής, η αξιοποίηση του υφιστάμενου κτιριακού πλούτου και των εγκαταλελειμμένων οικισμών, η οικονομία στην κλίμακα, την γη και τους φυσικούς πόρους πού είναι τα κύρια εργαλεία-παράμετροι μιας ορθολογικής πρότασης για την τουριστική ανάπτυξη της χώρας.

Εκτιμάμε ότι σε έναν βαθμό, πού ήταν αποτέλεσμα της πίεσης του χρόνου, ανταποκριθήκαμε στο θεσμικό μας ρόλο, αυτόν δηλ. του Τεχνικού Συμβούλου της Πολιτείας.

Απαιτούμε στο μέλλον, να δοθεί περισσότερος χρόνος για τα επόμενα θέματα πού θα διαπραγματευτούν στον υποκείμενο Περιφερειακό και τοπικό σχεδιασμό (ΓΠΣ και ΣΧΟΑΠ).

Τρίπολη 31/07/2007

Η Πρόεδρος ΤΕΕ Πελοποννήσου

Χαρίκλεια Δ. Τσιώλη
Πολ.Μηχ.Ε.Μ.Π.-M.Sc.